Διεθνές Κομμουνιστικό Κόμμα Άλλες γλώσσες
  
Απεργία της 28ης και 29ης Ιουνίου 2011
Διδασκαλίες και λανθασμένες διευθύνσεις
 
 
Επιστρέφουμε στην κοινωνική κατάσταση στην Ελλάδα για να σχολιάσουμε τη λεγόμενη 48ωρη γενική απεργία της 28ης και 29ης Ιουνίου του 2011, η οποία κηρύχθηκε από τα τρία μεγαλύτερα συνδικάτα, δηλαδή την ΓΣΕΕ, στην οποία είναι οργανωμένοι οι εργάτες του ιδιωτικού και κρατικού τομέα, η ΑΔΕΔΥ, στην οποία είναι οργανωμένοι οι δημόσιοι υπάλληλοι, και το ΠΑΜΕ, το οποίο πρόσκειται στο ελληνικό "Κομμουνιστικό" Κόμμα, το ΚΚΕ.

Η απεργία κηρύχθηκε για να εμποδίσει το κοινοβούλιο να ψηφίσει το νέο πρόγραμμα λιτότητας που επιβλήθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση ως όρος για τη χορήγηση ενός νέου μεγάλου δανείου, το οποίο υποτίθεται ότι θα εμποδίσει το ελληνικό κράτος να χρεοκοπήσει, αλλά το οποίο όχι μόνο επιβάλλει στους έλληνες εργαζόμενους, ύστερα από τις μεγάλες θυσίες που ήδη έχουν κάνει, να αποδεχθούν μια περαιτέρω επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας τους, αλλά, επίσης, συνεπιφέρει μια μεγαλύτερη αύξηση του ήδη υψηλού ποσοστού ανεργίας, κυρίως μεταξύ των νέων, και πλήττει τους συνταξιούχους, η μεγάλη πλειοψηφία των οποίων μόλις επιβιώνει με τα άθλια ποσά που λαμβάνει σήμερα.

Κατά τη διάρκεια της 48ωρης απεργίας προγραμματίστηκαν για να πραγματοποιηθούν πολλές διαδηλώσεις σε πόλεις σε ολόκληρη τη χώρα και, πάνω απ' όλα, στην Αθήνα. Οι διαδηλώσεις στην Αθήνα αναμενόταν να συγκλίνουν στην πλατεία Συντάγματος, ακριβώς απέναντι από τη Βουλή. Εκεί, πάνω από ένα μήνα, έχουν κατασκηνώσει μερικές εκατοντάδες "αγανακτισμένοι", οι οποίοι ζητούν "πραγματική δημοκρατία" ή "άμεση δημοκρατία" και εξανίστανται κατά των τραπεζών και των μέτρων που επιβάλλονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η κοινοβουλευτική πλειοψηφία (ΠΑΣΟΚ) και η αξιωματική αντιπολίτευση (Νέα Δημοκρατία) κατηγορούνται όχι μόνο για ανεντιμότητα και για κατάχρηση της δημόσιας θέσης τους για να γεμίσουν τις τσέπες τους, αλλά και για το ότι είναι προδότες (ότι θέλουν να ξεπουλήσουν τη χώρα στους ξένους). Αυτή την "αντιευρωπαϊκή" στάση συμμερίζονται όχι μόνο οι "αγανακτισμένοι" (οι οποίοι αρνούνται να ταυτιστούν με πολιτικά κόμματα και απαιτούν μια αδύνατη αυτονομία) αλλά επίσης και ένα τμήμα της κοινοβουλευτικής και εξωκοινοβουλευτικής δεξιάς, μαζί και το ΚΚΕ, τον ΣΥΡΙΖΑ και άλλα μικρότερα κόμματα που κινούνται γύρω από αυτά

Παρά τη εκτεταμένη δυσαρέσκεια στη χώρα για τα νέα περισταλτικά μέτρα της κυβέρνησης και παρά την κήρυξη απεργίας, που θα επέτρεπε στους εργαζόμενους να πάρουν μέρος στις διαδηλώσεις, αυτές, λαμβάνοντας υπόψη τον αριθμό των ατόμων που συμμετείχαν, ήταν μικρότερες απ' ότι στο παρελθόν, πράγμα που πρέπει να θεωρηθεί ως μια συνολική αποτυχία.

Η αποτυχία θα ήταν ακόμη πιο εμφανής αν οι ειδικές δυνάμεις της αστυνομίας, τα μισητά ΜΑΤ, δεν είχαν οργανώσει κατά τη διάρκεια αυτών των δύο ημερών έναν αληθινό πόλεμο κατά των διαδηλωτών αδιακρίτως. Έριξαν τόσα χημικά στο πλήθος που δεν μπορούσε κανείς να αναπνεύσει σε ολόκληρη την πλατεία Συντάγματος και στάλθηκαν ομάδες μοτοσικλετιστών της αστυνομίας για να επιτεθούν σε μερικές χιλιάδες διαδηλωτές που τόλμησαν να παραμείνουν στους δρόμους και ήταν εντελώς ανοργάνωτοι.

Χρησιμοποιώντας ως δικαιολογία ότι θέλει να διώξει τους λίγες χιλιάδες διαδηλωτές από την πλατεία Συντάγματος η αστυνομία χρησιμοποίησε άκρως υπερβολική βία, στέλνοντας τουλάχιστον 5.000 αστυνομικούς και γεμίζοντας το κέντρο της πόλης με τοξικά αέρια. Η μόνη αντίσταση που συνάντησε προήλθε από μερικές καλά οργανωμένες ομάδες αναρχικών, οι οποίοι εξοπλισμένοι με αντιασφυξιογόνες μάσκες, γυαλιά του σκι και παλούκια προσπάθησαν να διατηρήσουν τις θέσεις τους, καθώς και από άλλους διαδηλωτές που προσπάθησαν να αντιδράσουν απέναντι στην αστυνομική βαρβαρότητα. Μονάχα την Πέμπτη εκτοξεύθηκαν 2.200 βομβίδες και την επόμενη μέρα η αστυνομία αναγκάστηκε να πάρει προμήθειες από τη Θεσσαλονίκη. Τις επόμενες μέρες, χωρίς να υπάρχει πρόβλημα για τον κρατικό προϋπολογισμό, οι κατασκευαστές όπλων έλαβαν μια παραγγελία 800.000 ευρώ για νέες βομβίδες, δείχνοντας ότι η αστυνομία αναμένει να γίνουν περαιτέρω και ακόμη σοβαρότερες διαδηλώσεις. Ήταν καθαρά εμφανής, επίσης, η παρουσία προβοκατόρων, δηλ. αστυνομικών ντυμένων σαν ταραχοποιοί που κινούνταν δραστήρια προκαλώντας καταστροφές. Μεταξύ αυτών ήταν και φασίστες που παρίσταναν τους ταραξίες. Μερικά βίντεο, από τα οποία ελάχιστα προβλήθηκαν στην τηλεόραση, καταγράφουν αυτούς τους "τρομερούς" διαδηλωτές να βρίσκονται πλάι-πλάι και να συνομιλούν με την αστυνομία προτού ξεκινήσουν να ρίχνουν πέτρες και να σπάνε βιτρίνες, ακριβώς όπως στην Γένοβα το 2004.

Ήταν, επίσης, εντελώς εμφανές ότι τα δύο μεγαλύτερα συνδικάτα, μαζί με το ΚΚΕ και το συνδικάτο του (ΠΑΜΕ), εργάστηκαν για να διασφαλίσουν ότι οι διαδηλώσεις θα αποτύχουν. Τη δεύτερη ημέρα της απεργίας το μπλοκ του ΠΑΜΕ αποχώρησε από τη συγκέντρωση στην πλατεία Συντάγματος και διαλύθηκε μόλις η αστυνομία έκανε τις πρώτες ρίψεις χημικών, ενώ τα άλλα συνδικάτα δεν έλαβαν καν μέρος. Επιπλέον, όλα τα μέσα μεταφοράς, εκτός από το μετρό, ήταν σταματημένα κατά τη διάρκεια της 48ωρης απεργίας, και αυτό σημαίνει ότι πολλοί εργάτες που ζουν έξω από το κέντρο της πόλης, εμποδίστηκαν να το προσεγγίσουν.

Εάν, όπως ισχυρίζεται το ΚΚΕ, υπήρχε συνεργασία μεταξύ της αστυνομίας και ομάδων "εξτρεμιστών", υπήρχε επίσης, πολύ σοβαρότερη συνεργασία μεταξύ των υψηλότερων κλιμακίων της κυβέρνησης, του κατασταλτικού μηχανισμού του κράτους, των συνδικάτων και των κομμάτων της λεγόμενης αντιπολίτευσης, για να διασφαλιστεί ότι οι κοινωνικές διαμαρτυρίες δεν θα υπερβούν συγκεκριμένα όρια. Αυτό έγινε φανερό από το πώς το ΠΑΜΕ και το ΚΚΕ συμπεριφέρθηκαν κατά τη διάρκεια της διήμερης κινητοποίησης.

Αυτές οι δύο μέρες είναι η πολλοστή απόδειξη για το ποια είναι πραγματικά η δημοκρατία κάτω από ένα κράτος που ακόμη δηλώνει ότι είναι δημοκρατικό και το οποίο κυβερνάται από μια κεντροαριστερή κυβέρνηση: καμία ανοχή σε καμία οργανωμένη αντίθεση κατά των βασικών αποφάσεων του κράτους, ενός κράτους που περισσότερο απ' όσο τώρα, δεν αντιπροσωπεύει, σε μια κοινωνία διαιρεμένη σε τάξεις -όπως έγραψε ο Καρλ Μαρξ- τίποτε άλλο από τον κατασταλτικό μηχανισμό της άρχουσας τάξης. Το κράτος έχει πράγματι αυξήσει πάρα πολύ τον κατασταλτικό του μηχανισμό τα τελευταία χρόνια. Έχει επεκτείνει τον έλεγχό του στα κόμματα και στα συνδικάτα, παρακολουθεί προσεκτικά τον τύπο και τα άλλα μέσα μετάδοσης πληροφοριών και ανέχεται τη διαφωνία μονάχα στο βαθμό που αυτή εξυπηρετεί τη συγκάλυψη της πραγματικής ολοκληρωτικής του φύσης.

Το ελληνικό κράτος ιδίως, από τις αρχές του 1900 και μετά, έχει δείξει ότι παίρνει πάντοτε το μέρος της αστικής τάξης και των γαιοκτημόνων κατά της εργατικής τάξης και των οργανώσεών της. Ακόμη και η σύντομη "δημοκρατική" παρένθεση που ακολούθησε τη δικτατορία των συνταγματαρχών ήταν απλώς μια συλλογική αυταπάτη που προκλήθηκε περισσότερο από το άνοιγμα προς την Ευρώπη και την απότομη αύξηση του οικογενειακού εισοδήματος παρά από κάποια πραγματική μεταβολή των σχέσεων εξουσίας μέσα στο κράτος.

Το κάλεσμα για "άμεση" δημοκρατία, που προωθούν οι "αγανακτισμένοι", είναι, κατά συνέπεια, απλώς μια αυταπάτη και χρησιμεύει μονάχα για να καταδείξει τον πρωτόγονο και αντιδραστικό χαρακτήρα της ιδεολογίας τους. Στο αστικό κράτος, ειδικά κατά τη διάρκεια μιας περιόδου παγκόσμιας οικονομικής κρίσης σαν αυτή που ζούμε αυτή τη στιγμή, κάθε "πραγματική" δημοκρατία είναι αδύνατη, αφού μονάχα η δικτατορία των σιδηρών νόμων του Κεφαλαίου μπορεί να υπάρχει. Οι εκλογές -το κοινοβουλευτικό παιχνίδι της πλειοψηφίας και της αντιπολίτευσης- η λεγόμενη "ελευθερία του τύπου" και του "συνεταιρίζεσθαι" δεν είναι παρά μια φάρσα για την εξαπάτηση του προλεταριάτου για την πραγματική του κατάσταση: ότι ζει υπό καθεστώς υποτέλειας στην κυρίαρχη τάξη.

Η 28η και η 29η Ιουνίου ασφαλώς δεν θα μείνουν στη μνήμη στην Ελλάδα ως ιστορικές ημερομηνίες: θα υπάρξουν περισσότερα "προγράμματα", περισσότερα "μέτρα" και άλλες κοινοβουλευτικές εκλογές. Τα μέτρα λιτότητας, που εγκρίθηκαν από τη μικρή πλειοψηφία που έχει στη διάθεσή του ο πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου, είναι μέρος του προγράμματος των 78 δισεκατομμυρίων ευρώ (από τα οποία τα 50 δισεκατομμύρια ευρώ θα αντληθούν από ιδιωτικοποιήσεις και τα 28 από περικοπές και φορολογικά μέτρα) που χρειάζεται για να εγκριθεί η χορήγηση 12 δισεκατομμυρίων ευρώ από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στις πιστώτριες τράπεζες του ελληνικού εθνικού χρέους. Αλλά μιλάμε μόνο για την πέμπτη δόση ενός νέου δανείου σε μια χώρα που έχει γονατίσει. Όπως αναφέρει η ιταλική καθημερινή εφημερίδα Il Corriere della Sera της 30ής Ιουνίου: "Το ζήτημα είναι ότι οι έλληνες προσπαθούν σκληρά αλλά οι ευρωπαίοι επιμένουν να εφαρμόζουν μια λύση που δεν έχει αποτέλεσμα έως τώρα: δάνεια περισσότερων χρημάτων σε αυτούς που χρωστούν και έχουν όλο και μικρότερο εισόδημα για να τα ξεπληρώσουν".

Θα υπάρχουν, επομένως, άλλες ευκαιρίες στις οποίες θα δοκιμαστούν οι προθέσεις των συνδικάτων, αλλά ένα πράγμα είναι σίγουρο: ότι οι ημέρες της 28ης και της 29ης Ιουνίου, που αποτιμήθηκαν ως ευκαιρίες για την επίδειξη ισχύος, έχουν αποδείξει την αδυναμία του συνδικαλιστικού κινήματος και την αδυναμία της λεγόμενης "άκρας αριστεράς".

Αυτές οι μέρες χρησιμεύουν ως περαιτέρω τεκμήρια για το ότι ακόμη κι αν το προλεταριάτο είναι ισχυρό αριθμητικά, ακόμη κι αν επιδεικνύει μια σημαντική ισχύ και αποφασιστικότητα, δεν είναι, παρ' όλα αυτά, τίποτα εάν δεν ενωθεί σε οργανώσεις που είναι εντελώς ανεξάρτητες από εκείνες της αστικής τάξης, σε ταξικές οργανώσεις με ένα ξεκάθαρο πρόγραμμα το οποίο θα τηρούν αυστηρά.

Η προλεταριακή επανάσταση είναι αδύνατη χωρίς γνήσιες συνδικαλιστικές οργανώσεις που επιστρατεύουν τη δύναμη της προλεταριακής πλειοψηφίας και χωρίς προλεταριακή πολιτική οργάνωση, χωρίς ένα κόμμα που στηρίζεται στο ιστορικό πρόγραμμα του αριστερού επαναστατικού κομμουνισμού. Η επανάσταση, επομένως, δεν είναι επικείμενη και η προλεταριακή πρωτοπορία στην Ελλάδα είναι ακόμη αντιμέτωπη με το δύσκολο και μακρόπνοο καθήκον της συνδικαλιστικής και πολιτικής οργάνωσης. Το γεγονός είναι ότι είναι απαραίτητο, τόσο μέσα όσο και έξω από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, να αναληφθεί το καθήκον της δημιουργίας ομάδων εργατών που αναλαμβάνουν να παλέψουν για τη συγκρότηση ενός ενιαίου συνδικαλιστικού μετώπου που βασίζεται σε ταξικές θέσεις, ενός μετώπου που είναι προετοιμασμένο να αναλάβει την αδιάλλακτη υπεράσπιση των γενικών συμφερόντων της εργατικής τάξης και να παλέψει όχι μονάχα ενάντια στα αφεντικά, στο κράτος και στους οπορτουνιστές ηγέτες των σημερινών συνδικάτων αλλά επίσης σε χωριστικές απόψεις, συντεχνιακά και μερικά συμφέροντα, που υπάρχουν μεταξύ των εργατών.

Θα είναι, επίσης, αναγκαίο μια σημαντική προλεταριακή μειοψηφία να επανασυνδεθεί με τις θέσεις του επαναστατικού αριστερού κομμουνισμού, του ρεύματος εκείνου που, κατά τη διάρκεια της πολυτάραχης δεκαετίας του 1920, κατά τη διάρκεια των πρώτων ετών της Τρίτης Κομμουνιστικής Διεθνούς και του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας, έφθασε στο ιστορικό του απόγειο και του οποίου το έργο συνεχίζεται σήμερα από το Διεθνές Κομμουνιστικό Κόμμα.